Physical Address
304 North Cardinal St.
Dorchester Center, MA 02124
Physical Address
304 North Cardinal St.
Dorchester Center, MA 02124

Η απεξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο μετά το 2022 έφερε το υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής. Για την Ελλάδα, η εξέλιξη αυτή συνοδεύτηκε από ένα νέο αφήγημα: ότι η χώρα μπορεί να μετατραπεί σε «ενεργειακό κόμβο» για τη Νοτιοανατολική και Κεντρική Ευρώπη.
Η διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας έχει αναμφίβολα αξία για την ασφάλεια εφοδιασμού. Η αντικατάσταση όμως του ρωσικού αερίου με LNG δεν αποτελεί απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα. Αλλάζει κυρίως τον προμηθευτή και τον τρόπο μεταφοράς του ίδιου καυσίμου.
Και αυτή η διάκριση γίνεται ιδιαίτερα σημαντική όταν οι σημερινές επιλογές δημιουργούν δεσμεύσεις που φτάνουν μέχρι το 2050.
Τον Νοέμβριο του 2025 η Atlantic-SEE LNG Trade, κοινοπραξία της AKTOR και της ΔΕΠΑ Εμπορίας, υπέγραψε με την αμερικανική Venture Global εικοσαετή συμφωνία προμήθειας LNG, με έναρξη το 2030. Τον Ιούνιο του 2026 η συμφωνημένη ελάχιστη ποσότητα διπλασιάστηκε από 0,5 σε 1 εκατ. τόνους LNG ετησίως, ενώ η Venture Global διαθέτει επίσης περίπου το 25% της δυναμικότητας επαναεριοποίησης του FSRU Αλεξανδρούπολης.
Πρόκειται επομένως για μια εμπορική δέσμευση που ξεκινά σε λιγότερο από τέσσερα χρόνια και εκτείνεται ουσιαστικά μέχρι το 2050.
Αυτό δημιουργεί ένα προφανές ερώτημα συμβατότητας με την ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική. Η ΕΕ έχει νομικά κατοχυρωμένο στόχο κλιματικής ουδετερότητας το 2050 και έχει προτείνει μείωση των καθαρών εκπομπών κατά 90% έως το 2040. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι η επίτευξη αυτών των στόχων προϋποθέτει μείωση της χρήσης ορυκτών καυσίμων, συμπεριλαμβανομένου του ορυκτού φυσικού αερίου.
Το ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι αν η συμφωνία εξασφαλίζει LNG. Είναι πόσο LNG θα χρειάζεται πραγματικά η Ευρώπη μετά το 2035 και το 2040.
Το φυσικό αέριο παράγει λιγότερο CO₂ κατά την καύση του από τον άνθρακα. Αυτό όμως δεν περιγράφει ολόκληρο το κλιματικό του αποτύπωμα — και ιδιαίτερα εκείνο του LNG.
Για να φτάσει αμερικανικό φυσικό αέριο στην Ελλάδα απαιτούνται εξόρυξη και επεξεργασία, μεταφορά προς το terminal, ψύξη περίπου στους -162°C ώστε να υγροποιηθεί, μεταφορά με πλοίο και τελικά επαναεριοποίηση.
Η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας υπολογίζει ότι η αλυσίδα προμήθειας LNG έχει κατά μέσο όρο μεγαλύτερες εκπομπές από την προμήθεια φυσικού αερίου γενικά, ακριβώς λόγω της ενέργειας που απαιτούν η υγροποίηση και η μεταφορά του σε μεγάλες αποστάσεις. Οι εκπομπές της παγκόσμιας αλυσίδας LNG εκτιμώνται περίπου στους 350 εκατ. τόνους CO₂-equivalent ετησίως, με περίπου το 30% να σχετίζεται με μεθάνιο που διαφεύγει άκαυστο στην ατμόσφαιρα.
Και σε αυτά πρέπει να προστεθεί το CO₂ από την τελική καύση του αερίου.
Η σύγκριση επομένως με τον άνθρακα έχει περιορισμένη αξία για μια χώρα που σχεδιάζει το ενεργειακό της σύστημα για το 2040 και το 2050. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι εάν το LNG είναι καλύτερο από το πιο ρυπογόνο ορυκτό καύσιμο, αλλά εάν νέες επενδύσεις σε LNG είναι ανταγωνιστικές προς τις διαθέσιμες λύσεις μηδενικών ή πολύ χαμηλών εκπομπών.
Υπάρχει και η γεωπολιτική διάσταση.
Η δυνατότητα εισαγωγής LNG από διαφορετικές χώρες πράγματι μειώνει τον κίνδυνο εξάρτησης από έναν μοναδικό αγωγό ή προμηθευτή. Αυτό είναι πραγματικό πλεονέκτημα.
Δεν εξαφανίζει όμως την ενεργειακή εξάρτηση.
Το LNG παραμένει εισαγόμενο καύσιμο που διαπραγματεύεται σε διεθνή αγορά. Η τιμή και η διαθεσιμότητά του μπορούν να επηρεαστούν από πολέμους, εντάσεις σε θαλάσσιες οδούς, αυξημένη ζήτηση στην Ασία, διακοπές παραγωγής, εμπορικές αντιπαραθέσεις ή αλλαγές στην πολιτική μεγάλων εξαγωγικών χωρών.
Η Ελλάδα επομένως μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερη γεωγραφική διαφοροποίηση και ταυτόχρονα να παραμένει εκτεθειμένη σε διεθνείς γεωπολιτικούς και οικονομικούς κραδασμούς.
Και η τάση δεν δείχνει προς μικρότερη χρήση. Το 2025 η εγχώρια κατανάλωση φυσικού αερίου στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 6% στις 70,16 TWh, ενώ οι μονάδες ηλεκτροπαραγωγής απορρόφησαν πάνω από το 70% αυτής της ποσότητας. Οι εισαγωγές μέσω Ρεβυθούσας αυξήθηκαν κατά 63,3%.
Η μετατροπή της Ελλάδας σε διαμετακομιστικό κόμβο μπορεί να έχει εμπορική και γεωπολιτική σημασία. Δεν πρέπει όμως να συγχέεται με την ενεργειακή μετάβαση.
Ενεργειακή ασφάλεια δεν είναι μόνο να μπορείς να αγοράσεις το ίδιο εισαγόμενο ορυκτό καύσιμο από περισσότερες χώρες. Είναι και να χρειάζεται να αγοράζεις όλο και λιγότερο από αυτό.
Για την Ελλάδα, η ουσιαστικότερη στρατηγική αυτονομία βρίσκεται στην εγχώρια παραγωγή καθαρής ηλεκτρικής ενέργειας, στην αποθήκευση, στα ισχυρότερα δίκτυα, στις ηλεκτρικές διασυνδέσεις, στην εξοικονόμηση και στον εξηλεκτρισμό της κατανάλωσης.
Το LNG μπορεί να αντιμετώπισε ένα άμεσο πρόβλημα ασφάλειας εφοδιασμού μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Η μετατροπή όμως μιας λύσης έκτακτης ανάγκης σε εικοσαετή στρατηγική επιλογή είναι ένα εντελώς διαφορετικό ζήτημα.
Και αυτό ακριβώς πρέπει να συζητάμε σήμερα: όχι μόνο από πού θα έρχεται το φυσικό αέριο της Ελλάδας, αλλά για πόσο ακόμη θέλουμε να το χρειαζόμαστε.