Η Νορβηγία αποτελεί συχνά ευρωπαϊκό πρότυπο πράσινης μετάβασης: ηλεκτροκίνηση, σχεδόν πλήρως ανανεώσιμη ηλεκτροπαραγωγή και υψηλά περιβαλλοντικά πρότυπα. Την ίδια στιγμή, όμως, παραμένει ένας από τους σημαντικότερους παραγωγούς πετρελαίου και φυσικού αερίου της Ευρώπης — και δεν σκοπεύει να εγκαταλείψει σύντομα αυτόν τον ρόλο.
Ο υπουργός Ενέργειας Terje Aasland δήλωσε ότι η χώρα θα συνεχίσει την ανάπτυξη κοιτασμάτων στη Θάλασσα του Μπάρεντς, ακόμη και εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση επιμείνει στην αντίθεσή της σε νέες εξορύξεις στην Αρκτική. Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η Νορβηγία έγινε ο μεγαλύτερος προμηθευτής φυσικού αερίου της Ευρώπης, καλύπτοντας περίπου το 30% της ζήτησης της ΕΕ και της Βρετανίας.
Η επιλογή δεν είναι προσωρινή. Η κυβέρνηση θέλει να διατηρήσει την παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου περίπου στα σημερινά επίπεδα τουλάχιστον έως το 2035. Τον Μάιο άνοιξε μάλιστα 70 επιπλέον θαλάσσια blocks για έρευνα υδρογονανθράκων, από τα οποία 38 βρίσκονται στη Θάλασσα του Μπάρεντς.
Αυτή η στρατηγική βρίσκεται σε εμφανή σύγκρουση με την κατεύθυνση της ευρωπαϊκής κλιματικής πολιτικής. Η στρατηγική της ΕΕ για την Αρκτική του 2021 ζητούσε το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και τον άνθρακα της περιοχής να παραμείνουν στο έδαφος. Η πολιτική αυτή βρίσκεται σήμερα υπό αναθεώρηση λόγω του νέου γεωπολιτικού περιβάλλοντος, χωρίς να έχει ακόμη αποφασιστεί η νέα ευρωπαϊκή θέση.
Η Νορβηγία δείχνει έτσι ένα από τα βασικά παράδοξα της ευρωπαϊκής ενεργειακής μετάβασης: η Ευρώπη θέλει να μειώσει τα ορυκτά καύσιμα, αλλά εξακολουθεί να χρειάζεται χώρες που επενδύουν στην παραγωγή τους.
Και αυτό αφορά άμεσα και την Ελλάδα. Η αντικατάσταση του ρωσικού αερίου με νορβηγικό ή αμερικανικό αέριο βελτιώνει τη διαφοροποίηση των προμηθευτών, αλλά δεν εξαλείφει την εξάρτηση.
Η πραγματική ενεργειακή ασφάλεια θα έρθει όταν η Ευρώπη χρειάζεται λιγότερο φυσικό αέριο, όχι όταν βρίσκει περισσότερες χώρες πρόθυμες να της το πουλήσουν.




