Energiabook
Αναλύσεις 31 Αυγούστου 2026

Μπαταρίες: η υποδομή που άργησε στην ελληνική ενεργειακή μετάβαση

2΄ ανάγνωση

Η Ελλάδα εγκατέστησε με μεγάλη ταχύτητα φωτοβολταϊκά και αιολικά, αλλά καθυστέρησε σε μια εξίσου κρίσιμη υποδομή: την αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας.

Το αποτέλεσμα είναι ήδη ορατό. Το 2025 περικόπηκε περίπου το 6,6% της παραγωγής ΑΠΕ, επειδή το σύστημα δεν μπορούσε να αξιοποιήσει όλη την καθαρή ενέργεια που ήταν διαθέσιμη. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκρινε τον Ιούνιο του 2026 ότι η Ελλάδα έχει σημειώσει μόνο «περιορισμένη πρόοδο» στην αύξηση της ευελιξίας του ηλεκτρικού συστήματος.

Οι πρώτες μεγάλες μπαταρίες άρχισαν ουσιαστικά να λειτουργούν μόλις την άνοιξη του 2026. Στο τέλος Ιουνίου υπήρχαν περίπου 210 MW. Στους πρώτους τρεις μήνες λειτουργίας τους απέτρεψαν 26,7 GWh περικοπών ΑΠΕ, μόλις το 2,2% του συνόλου. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι μπαταρίες δεν αποδίδουν· σημαίνει ότι η εγκατεστημένη ισχύς παραμένει πολύ μικρή.

Η σύγκριση με τη γειτονική Βουλγαρία είναι εντυπωσιακή. Η Κομισιόν καταγράφει ήδη 1.181 MW μπαταριών σε λειτουργία, περισσότερο από πενταπλάσια ισχύ σε σχέση με την Ελλάδα. Παράλληλα έχουν υπογραφεί συμβάσεις για σχεδόν 14.000 MWh νέων συστημάτων αποθήκευσης.

Η Βουλγαρία αξιοποίησε επιθετικά το Ταμείο Ανάκαμψης: μέσω του προγράμματος RESTORE, η ΕΕ χρηματοδότησε με €603 εκατ. υποδομές αποθήκευσης τουλάχιστον 3.000 MWh. Το αποτέλεσμα φαίνεται ήδη σε έργα εκατοντάδων MWh που μπήκαν σε λειτουργία μέσα στο 2026.

Η Ελλάδα σχεδιάζει να προσθέσει περίπου 700 MW μπαταριών μέσα στο 2026, επίσης με πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης. Όμως η καθυστέρηση έχει ήδη κόστος: καθαρή ενέργεια απορρίπτεται τις ώρες υψηλής παραγωγής, ενώ λίγες ώρες αργότερα το σύστημα επιστρέφει στο φυσικό αέριο.

Η διαφορά με τη Βουλγαρία δείχνει ότι το πρόβλημα δεν ήταν τεχνολογικό. Ήταν κυρίως ταχύτητας σχεδιασμού, αδειοδοτήσεων και επενδυτικής προτεραιότητας.

Και εδώ βρίσκεται η βασική αντίφαση της ελληνικής πολιτικής: ενώ η αποθήκευση που θα μπορούσε να περιορίσει την ανάγκη για φυσικό αέριο προχώρησε αργά, η χώρα επενδύει παράλληλα σε νέες υποδομές και μακροχρόνιες συμφωνίες LNG. Η πραγματική ενεργειακή ασφάλεια θα απαιτούσε την αντίστροφη προτεραιότητα.