Ο κανονισμός (ΕΕ) 2024/1787 για τη μείωση των εκπομπών μεθανίου στον ενεργειακό τομέα τέθηκε σε ισχύ στις 4 Αυγούστου 2024. Δύο χρόνια αργότερα, η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα κρίσιμο κενό εφαρμογής: ενώ η κυβέρνηση επιδιώκει να μετατρέψει τη χώρα σε ένα από τα πιο σημαντικά ενεργειακά δίκτυα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, ως κόμβου εισαγωγής LNG, δεν έχει ακόμη ενεργοποιήσει πλήρως τους θεσμούς που απαιτούνται για την αποτελεσματική εποπτεία των εκπομπών μεθανίου και τη διαφάνεια και δημόσια λογοδοσία της αγοράς υδρογονανθράκων.
Η Ελλάδα βυθίζεται σε μακρά και ιδιαίτερα ανησυχητική εξάρτηση από το ορυκτό αέριο. Το 2025, η ηλεκτροπαραγωγή από αέριο ανήλθε σε 22,095 TWh, ενώ η πρόβλεψη του εγκεκριμένου από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα προέβλεπε 12,2 TWh (ΦΕΚ Β’ 6983/19.12.2024). Παράλληλα, με ταχύτατους ρυθμούς και με ισχυρή κρατική οικονομική ενίσχυση προωθείται η κατασκευή τερματικών σταθμών επαναεριοποίησης και αποθήκευσης LNG και του κάθετου διαδρόμου μεταφοράς αερίου από την Αλεξανδρούπολη μέχρι την Ουκρανία.
Το ζήτημα δεν είναι μόνο κλιματικό και προστασίας των φυσικών οικοσυστημάτων από τις δραματικές επιπτώσεις της εξόρυξης και καύσης ορυκτών καυσίμων. Είναι ταυτόχρονα ζήτημα ενεργειακής ασφάλειας, μείωσης των απωλειών καυσίμου, διαφάνειας της αγοράς και προστασίας της δημόσιας υγείας. Ο κανονισμός απαιτεί συστηματική μέτρηση, αναφορά και επαλήθευση των εκπομπών, καθώς και εντοπισμό και επιδιόρθωση διαρροών (LDAR) σε υποδομές πετρελαίου, φυσικού αερίου και άνθρακα.
Η ανάγκη για αυστηρή εφαρμογή είναι ιδιαίτερα εμφανής στην Ελλάδα. Έρευνα της Clean Air Task Force σε 15 ευρωπαϊκές χώρες, την περίοδο 2021–2023, έναν χρόνο πριν από την έγκριση του κανονισμού 1787/2024, εντόπισε ενδείξεις εκπομπών μεθανίου σε 289 από 430 εγκαταστάσεις πετρελαίου και αερίου και συνολικά 881 πηγές εκπομπών. Στην Ελλάδα, εκπομπές εντοπίστηκαν σε 8 από τις 12 εγκαταστάσεις μεταφοράς αερίου που ελέγχθηκαν. Οι σημαντικότερες εμφανείς διαρροές καταγράφηκαν στον σταθμό συμπίεσης της Νέας Μεσημβρίας, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για σχετικά νέα υποδομή, σε λειτουργία από το 2020.

Ρυθμιστικός Σταθμός Άνω Λιοσίων – Καταγραφή διαρροής μεθανίου με ειδική κάμερα GF320 by FLIR από το Clean Air Task Force (14 Μαρτίου 2023). © Théophile Humann-Guilleminot / CATF
Όπως δηλώνει ο Théophile Humann–Guilleminot, ειδικός στις καταγραφές διαρροών μεθανίου για το Methane Pollution Prevention Program του CATF, «η Ελλάδα δεν αποτελεί μεμονωμένη περίπτωση: η CATF έχει τεκμηριώσει εκπομπές μεθανίου από υποδομές πετρελαίου και ορυκτού αερίου σε ολόκληρη την Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένων αρκετών εγκαταστάσεων στην Ελλάδα. Τα ευρήματα αυτά αναδεικνύουν γιατί είναι κρίσιμο η Ελλάδα να υποστηρίξει και να εφαρμόσει ισχυρούς κανόνες σε επίπεδο ΕΕ, οι οποίοι απαγορεύουν σπάταλες και επιβλαβείς πρακτικές, όπως η ελεγχόμενη απελευθέρωση αερίου στην ατμόσφαιρα (cold venting) και η καύση αερίου σε πυρσό (flaring).»
Τέτοια περιστατικά, αλλά κυρίως η ανάπτυξη περισσότερων υποδομών καύσης και εξόρυξης υδρογονανθράκων, αποδεικνύουν γιατί η εφαρμογή του κανονισμού δεν μπορεί να περιοριστεί σε απλή συλλογή στοιχείων. Χρειάζεται ανεξάρτητος και επαρκώς στελεχωμένος μηχανισμός ελέγχου, με δυνατότητα επιτόπιων επιθεωρήσεων, επαλήθευσης μετρήσεων και επιβολής κυρώσεων. Και ενώ η υποχρέωση για εθνικό σύστημα περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων αποτελεί εθνική υποχρέωση κάθε κράτους μέλους και στο πλαίσιο της οδηγίας για τις βιομηχανικές εκπομπές, εντούτοις ο κανονισμός για το μεθάνιο επεκτείνει την υποχρέωση και στην «ανάντη εξερεύνηση και παραγωγή πετρελαίου και ορυκτού αερίου» που μέχρι πρότινος απολάμβανε ιδιαίτερης μεταχείρισης στο πλαίσιο ειδικής νομοθεσίας.
Ο κανονισμός απαιτεί από κάθε κράτος μέλος να ορίσει αρμόδια αρχή με επαρκείς εξουσίες και πόρους. Στην Ελλάδα δεν είχε μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2026 ενεργοποιηθεί κάποιος λειτουργικός μηχανισμός που να ανταποκρίνεται σε οποιαδήποτε από αυτές τις απαιτήσεις, ενώ ακόμα δεν έχει οριστεί η αρμόδια αρχή. Παράλληλα, η πρώτη τακτική επιθεώρηση έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί έως τις 5 Μαΐου 2026, ενώ τα κράτη μέλη όφειλαν έως τις 4 Αυγούστου 2025 να έχουν θεσπίσει εθνικό πλαίσιο κυρώσεων.
Στην Ελλάδα, οι ενεργειακές εγκαταστάσεις που υπάγονται στις διατάξεις του κανονισμού για το μεθάνιο περιλαμβάνουν τη Ρεβυθούσα, τον σταθμό LNG Αλεξανδρούπολης, τους αγωγούς και ένα διευρυνόμενο δίκτυο σταθμών συμπίεσης και μέτρησης. Αφορούν επίσης κάθε εγκατάσταση λιγνίτη (εξορυκτική ή ηλεκτροπαραγωγική), καθώς και παλαιότερων ετών εγκαταλειμμένες γεωτρήσεις για πετρέλαιο. Περιλαμβάνει επίσης και τις δραστηριότητες και εγκαταστάσεις έρευνας και εξόρυξης υδρογονανθράκων, όπως οι εγκαταστάσεις στον Πρίνο, η υπό αδειοδότηση ερευνητική γεώτρηση «Ασωπός-1» και η εκμετάλλευση πετρελαίου που βρίσκεται σε στάδιο εξόρυξης στο Κατάκολο.
Κρίσιμη είναι όμως και η δεύτερη διάσταση του κανονισμού: η ιχνηλασιμότητα του αποτυπώματος των εισαγωγών. Από τον Σεπτέμβριο του 2026 προβλέπεται η λειτουργία της ευρωπαϊκής ανοιχτής πλατφόρμας διαφάνειας Methane Transparency Database, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 30 του κανονισμού θα παρουσιάζει τις εκπομπές ανά κράτος μέλος, επιχειρήσεις, εισαγωγείς και ποσότητες ορυκτών καυσίμων που διατίθενται στην ευρωπαϊκή αγορά. Η ευρωπαϊκή βάση δεδομένων θα προσφέρει επίσης στην κοινωνία στοιχεία που τώρα καλύπτονται από ένα ισχυρό και επίμονο πέπλο αδιαφάνειας: τα προϊόντα και το προφίλ των εταιρειών που διακινούν αργό πετρέλαιο, αέριο και άνθρακα στην αγορά της Ένωσης. Επίσης θα παρακολουθούνται και οι επιδόσεις των κρατών μελών σχετικά με τις ρυθμιστικές δράσεις όσον αφορά τη μέτρηση, την υποβολή εκθέσεων, την επαλήθευση και τον μετριασμό από τρίτες χώρες όπου παράγεται αργό πετρέλαιο, φυσικό αέριο και οι στερεοί άνθρακες. Ειδικά όσον όμως αφορά την ποιότητα των δεδομένων που θα δηλώνονται από τις αρμόδιες κρατικές αρχές και από τις επιχειρήσεις, αυτές θα πρέπει να έχουν υποβληθεί σε επαλήθευση από ανεξάρτητους ελεγκτικούς φορείς.
Για την Ελλάδα, η πλήρης εφαρμογή του κανονισμού 2024/1787 είναι σημαντικό να αντιμετωπιστεί ως εργαλείο ενεργειακής ασφάλειας και όχι σαν διοικητικό βάρος. Κάθε κυβικό μέτρο αερίου που διαρρέει είναι ταυτόχρονα οικονομική απώλεια, περιβαλλοντική επιβάρυνση και χαμένη ενεργειακή αξία. Η χώρα χρειάζεται άμεσα: σαφή και λειτουργική αρμόδια αρχή, επαρκείς πόρους για επιθεωρήσεις, δημόσιο σύστημα αναφοράς δεδομένων, αξιόπιστο MRV, αυστηρό και αποτρεπτικό καθεστώς κυρώσεων και πλήρη εφαρμογή των απαιτήσεων LDAR.
Οι δύο πόλεμοι στην ευρύτερη γειτονιά της Ελλάδας έχουν πυροδοτήσει μια νέα παγκόσμια κρίση στις ιδιαίτερα ευμετάβλητες αγορές υδρογονανθράκων, προκαλώντας αύξηση των τιμών ενέργειας στις χώρες που εξαρτώνται από εισαγωγές πετρελαίου και αερίου. Οι συνεχείς αυτές αναταράξεις καταδεικνύουν την επείγουσα πλέον ανάγκη απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα, μέσα από ισχυρές πολιτικές εξοικονόμησης και ανάπτυξης συστημάτων ΑΠΕ και αποθήκευσης. Σε αυτό το πλαίσιο, η επιτάχυνση της εφαρμογής του κανονισμού της ΕΕ για τις εκπομπές μεθανίου από τον ενεργειακό τομέα βρίσκεται στο επίκεντρο της προσπάθειας για αντιμετώπιση της σπατάλης και ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας και λογοδοσίας των ενεργειακών αγορών.




