Η εκτίμηση για επιβάρυνση 914,4 εκατ. ευρώ στη χονδρεμπορική αγορά και οι προϋποθέσεις για να ωφελούνται οι καταναλωτές από το διασυνοριακό εμπόριο.
Μπορεί μια χώρα να εξάγει περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια και οι καταναλωτές της να μην απολαμβάνουν αντίστοιχα φθηνότερο ρεύμα; Το ερώτημα έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα. Η αξία των εξαγωγών δείχνει την εμπορική επίδοση ενός κλάδου. Για ένα νοικοκυριό, όμως, η επιτυχία της ενεργειακής πολιτικής κρίνεται και από το κόστος της κιλοβατώρας, τη σταθερότητα του λογαριασμού και την ασφάλεια τροφοδοσίας.
Νέα μελέτη του Green Tank εκτιμά ότι η πρόσθετη παραγωγή ηλεκτρισμού από ορυκτό αέριο για εξαγωγές επιβάρυνε την ελληνική χονδρεμπορική αγορά κατά 914,4 εκατ. ευρώ την περίοδο Ιανουαρίου 2024–Ιουλίου 2026. Πρόκειται για αποτέλεσμα μοντέλου μηχανικής μάθησης που εξετάζει υποθετικά σενάρια. Στο πρώτο, η παραγωγή αερίου και οι εξαγωγές μειώνονται, με περιορισμούς για την κάλυψη της εγχώριας ζήτησης και την καθοδική εφεδρεία. Η εκτιμώμενη μέση μείωση της τιμής είναι 6,23 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Η οικονομική εκτίμηση προκύπτει από την εφαρμογή της διαφοράς τιμών στην εγχώρια ζήτηση. Δεν αποτελεί άθροισμα ελεγμένων λογαριασμών λιανικής. Για την περίοδο μέχρι τον Ιούνιο 2026, η αντίστοιχη επιβάρυνση εκτιμάται σε 889,4 εκατ. ευρώ, ενώ το εμπορικό πλεόνασμα ηλεκτρισμού ανέρχεται σε 821,2 εκατ. ευρώ. Η μελέτη υπολογίζει επίσης περίπου 2,6 εκατ. τόνους CO₂ από την πρόσθετη παραγωγή αερίου. Σε δεύτερο σενάριο, με τις ίδιες εξαγωγές αλλά υποκατάσταση αυτής της παραγωγής από πρόσθετες ΑΠΕ, εκτιμά όφελος 1,065 δισ. ευρώ στη χονδρεμπορική αγορά.
Πώς συνδέονται οι εξαγωγές με την εγχώρια τιμή; Η ζήτηση από γειτονικές αγορές μπορεί να οδηγήσει σε πρόσθετη λειτουργία μονάδων αερίου στην Ελλάδα. Αυτές συμμετέχουν στην ίδια αγορά στην οποία αγοράζεται ενέργεια για την εγχώρια κατανάλωση. Σύμφωνα με την ερμηνεία του Green Tank, αυτή η πρόσθετη χρήση αερίου ασκεί ανοδική πίεση στη χονδρεμπορική τιμή, η οποία επηρεάζει και τη λιανική. Έτσι, το εμπορικό όφελος των εξαγωγών μπορεί να συνυπάρχει με αυξημένο κόστος προμήθειας εντός της χώρας.
Από εκεί μέχρι τον λογαριασμό κάθε καταναλωτή, ωστόσο, παρεμβάλλονται οι όροι του συμβολαίου του. Η άμεση έκθεση στις διακυμάνσεις διαφέρει μεταξύ σταθερών και δυναμικών τιμολογίων. Η ACER καταγράφει ότι τα σταθερά συμβόλαια παραμένουν η συνηθέστερη επιλογή στα νοικοκυριά που παρακολουθεί στην ΕΕ και τη Νορβηγία, ενώ τα δυναμικά έχουν περιορισμένη διείσδυση. Συνεπώς, δεν δικαιολογείται να διαιρεθεί ένα συνολικό μέγεθος χονδρεμπορικής επιβάρυνσης με τον αριθμό των νοικοκυριών και να παρουσιαστεί ως ποσό που πλήρωσε κάθε οικογένεια. ACER, παρακολούθηση αγορών λιανικής 2026.
Χρειάζεται επίσης προσοχή στην οικονομική σύγκριση. Το εμπορικό πλεόνασμα μετρά τη διαφορά αξίας εξαγωγών και εισαγωγών ηλεκτρισμού. Δεν είναι καθαρό επιχειρηματικό κέρδος ούτε ολοκληρωμένος απολογισμός για την εθνική οικονομία. Για να υπολογιστεί ένα συνολικό κοινωνικό όφελος ή κόστος, θα έπρεπε να εξεταστούν, μεταξύ άλλων, οι δαπάνες καυσίμων, τα κόστη παραγωγής και επενδύσεων και η κατανομή των εσόδων. Η απλή αφαίρεση του πλεονάσματος από την εκτιμώμενη επιβάρυνση δεν αρκεί για να τεκμηριώσει «ζημιά της χώρας».
Αντίστοιχα, η καλή αναπαραγωγή ιστορικών τιμών από ένα στατιστικό μοντέλο δεν αποδεικνύει από μόνη της τι ακριβώς θα συνέβαινε μετά από μια αλλαγή πολιτικής. Για την αξιολόγηση ενός περιορισμού εξαγωγών θα χρειαζόταν να εξεταστούν και οι αντιδράσεις των γειτονικών αγορών. Για την υποκατάσταση του αερίου από ΑΠΕ, χρειάζεται να αποδειχθεί ότι η πρόσθετη καθαρή ενέργεια θα ήταν διαθέσιμη τις συγκεκριμένες ώρες και με ποιο συνολικό κόστος. Αυτές είναι προϋποθέσεις για τη μετατροπή μιας εκτίμησης σε εφαρμόσιμο σχέδιο.
Οι διασυνδέσεις παραμένουν ουσιαστικό μέρος της λύσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξηγεί ότι η σύζευξη των αγορών επιτρέπει διασυνοριακές ροές, περιορίζει τις αποκλίσεις τιμών και ενισχύει την ασφάλεια τροφοδοσίας. Η δυνατότητα εισαγωγής ηλεκτρισμού είναι ιδιαίτερα χρήσιμη όταν η εγχώρια παραγωγή είναι ακριβή ή ανεπαρκής. Η επίδραση του εμπορίου πρέπει επομένως να αξιολογείται και στις δύο κατευθύνσεις, στις ώρες εισαγωγών και στις ώρες εξαγωγών. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σχεδιασμός της αγοράς ηλεκτρισμού.
Η ACER δίνει μια κρίσιμη περιφερειακή διάσταση. Στην έκθεσή της για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη αποδίδει τις αιχμές τιμών του καλοκαιριού 2024 κυρίως στην έλλειψη ευέλικτων πόρων που θα αντικαθιστούσαν γρήγορα τη φωτοβολταϊκή παραγωγή το βράδυ, σε συνθήκες υψηλής ζήτησης. Παράλληλα, η περιορισμένη διασυνοριακή δυναμικότητα δυσχέραινε τις εισαγωγές φθηνότερου ηλεκτρισμού από την υπόλοιπη ΕΕ. Προτείνει καλύτερη αξιοποίηση και ενίσχυση των δικτύων, περιφερειακό συντονισμό και περισσότερη αποθήκευση και απόκριση ζήτησης. ACER, διασυνδέσεις και ευελιξία στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, 2026.
Για την Ελλάδα, αυτό μεταφράζεται σε συγκεκριμένες προτεραιότητες: αποθήκευση ώστε να αξιοποιείται η καθαρή παραγωγή όταν χρειάζεται, δίκτυα που επιτρέπουν τη μεταφορά της και κίνητρα για μετατόπιση ευέλικτης κατανάλωσης σε ώρες μεγαλύτερης διαθεσιμότητας. Η κατεύθυνση αυτή συμβαδίζει με την ευρωπαϊκή μεταρρύθμιση της αγοράς, η οποία προωθεί μακροχρόνιες συμβάσεις αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και αμφίδρομες συμβάσεις επί διαφοράς, με στόχο μικρότερη εξάρτηση των λογαριασμών από τις βραχυχρόνιες τιμές.
Η δημόσια συζήτηση χρειάζεται πλέον έναν πιο απαιτητικό τρόπο μέτρησης της επιτυχίας: μαζί με τις εξαγόμενες μεγαβατώρες, να παρουσιάζονται το κόστος κάλυψης της εγχώριας κατανάλωσης, οι εκπομπές, οι περικοπές διαθέσιμης καθαρής ενέργειας και η μεταβολή των τελικών τιμολογίων. Το ζητούμενο είναι μια εξαγωγική δραστηριότητα που στηρίζει ταυτόχρονα την περιφερειακή τροφοδοσία και την πρόσβαση νοικοκυριών και επιχειρήσεων σε προσιτό ηλεκτρισμό.



