Το (εύλογο) ερώτημα «πόσο θα μας κοστίσει η πράσινη μετάβαση;» είναι λειψό αν δεν συνοδεύεται από αντίστοιχο ερώτημα για το πόσο πραγματικά μας κοστίζει τόσα χρόνια η ενεργειακή εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα.
Πόσο πληρώνουν, σε απευθείας ή έμμεσες επιδοτήσεις, οι πολίτες και οι εθνικές οικονομίες για να συντηρείται το σημερινό μοντέλο ενεργειακής εξάρτησης από πετρέλαιο, λιγνίτη και ορυκτό αέριο;
Στις πρόσφατες συστάσεις της για τη θωράκιση της ελληνικής οικονομίας από το ολοένα αυξανόμενο, λόγω των γεωπολιτικών αναταραχών στην ευρύτερη περιοχή, κόστος της εξάρτησης από πετρέλαιο και αέριο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επαναλαμβάνει την κατεύθυνση για παύση των επιδοτήσεων στα ορυκτά καύσιμα σε όλους τους τομείς, τις οποίες στην αντίστοιχη έκθεση για το 2023 είχε υπολογίσει σε 1,3 δισεκ. ευρώ για το έτος 2021. Ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), ο οποίος επίσης επανειλημμένα επισημαίνει πως στην Ελλάδα οι επιδοτήσεις στα ορυκτά καύσιμα είναι «ιδιαίτερα υψηλές», διατηρεί ανοιχτής πρόσβασης βάση δεδομένων για τις δημόσιες επιδοτήσεις στον τομέα της ενέργειας. Ειδικότερα δε στην έκθεση του 2024 για την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, ο ΟΟΣΑ σημειώνει πως το συνολικό ποσό των επιδοτήσεων σε ορυκτά καύσιμα για το 2020 ανήλθε σε 1,9 δισεκ. ευρώ.
Η κρατικές επιδοτήσεις στα ορυκτά καύσιμα έχουν πολλές μορφές. Μία από τις σημαντικότερες είναι οι μηχανισμοί αποζημίωσης ισχύος, μέσω των οποίων μονάδες ηλεκτροπαραγωγής που καίνε λιγνίτη, πετρέλαιο ή αέριο αποζημιώνονται ώστε να παραμένουν απλά ανοιχτές και διαθέσιμες στο σύστημα. Οι μηχανισμοί αυτοί παρουσιάζονται ως εργαλεία διασφάλισης της επάρκειας ισχύος, στην πράξη όμως λειτουργούν και ως μηχανισμοί παράτασης της ζωής υποδομών που διαφορετικά θα αντιμετώπιζαν σημαντικές οικονομικές δυσκολίες. Σύμφωνα με τα ανοιχτά διαθέσιμα δεδομένα του ΟΟΣΑ, από το 2010 ως το 2024, καταβλήθηκαν 2.238.848.415 ευρώ ως κρατικές αποζημιώσεις μόνο για τη διατήρηση σε λειτουργία των λιγνιτικών μονάδων ηλεκτροπαραγωγής και 2.353.565.115 ευρώ αντίστοιχα σε μονάδες αερίου. Το συνολικό ποσό κρατικής ενίσχυσης που η Ελλάδα δήλωσε στον ΟΟΣΑ ότι κατέβαλλε ετησίως στο πλαίσιο του μηχανισμού κρατικής στήριξης για τη χρήση ορυκτών καυσίμων στην ηλεκτροπαραγωγή ανερχόταν σε 306.160.902 ευρώ.
Παράλληλα, σημαντικοί δημόσιοι πόροι έχουν διοχετευθεί τα τελευταία χρόνια σε νέες υποδομές ορυκτού αερίου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο τερματικός σταθμός LNG και η πλωτή μονάδα αποθήκευσης και επαναεριοποίησης (FSRU) στην Αλεξανδρούπολη, καθώς και οι συναφείς υποδομές μεταφοράς αερίου: η χρηματοοικονομική ανάλυση που παρείχαν στις υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής οι ελληνικές αρχές … «αποκαλύπτει ότι το σχέδιο δεν θα ήταν οικονομικά επικερδές χωρίς κρατική ενίσχυση». Τα έργα αυτά έχουν λάβει σημαντικές μορφές κρατικής στήριξης, με επιχειρήματα όπως η ασφάλεια εφοδιασμού με αέριο και η διαφοροποίηση προμηθειών.
Αυτή η πολυδάπανη εύνοια προς τις υποδομές υδρογονανθράκων και παλιότερα και λιγνίτη δημιουργεί έναν σοβαρό κίνδυνο εγκλωβισμού σε επενδύσεις που σύντομα μπορεί να καταστούν οικονομικά ασύμφορες ή παρωχημένες.
Το πραγματικό οικονομικό κόστος των ορυκτών καυσίμων, ωστόσο, δεν περιορίζεται στις άμεσες επιδοτήσεις. Περιλαμβάνει επίσης το κόστος των εισαγωγών καυσίμων, την έκθεση της χώρας στις διεθνείς διακυμάνσεις τιμών, την ατμοσφαιρική ρύπανση, τις επιπτώσεις στη δημόσια υγεία και τις αυξανόμενες ζημιές από την κλιματική κρίση. Οι ακραίοι καύσωνες, οι πυρκαγιές, οι πλημμύρες και οι παρατεταμένες ξηρασίες μεταφράζονται ήδη σε δισεκατομμύρια ευρώ οικονομικών απωλειών για το κράτος, τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι επιδοτήσεις ορυκτών καυσίμων εκτινάχθηκαν σε δυσθεώρητα ύψη κατά την ενεργειακή κρίση του 2022 και παρέμειναν σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα τα επόμενα χρόνια. Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Περιβάλλοντος εκτιμά ότι οι επιδοτήσεις ορυκτών καυσίμων στην ΕΕ ξεπέρασαν τα 111 δισεκ. ευρώ το 2023, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπολογίζει ότι εξακολουθούσαν να ανέρχονται σε περίπου 97 δισεκ. ευρώ το 2024.
Το κρίσιμο συμπέρασμα είναι ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν είναι δυνατόν να συγκρίνεται με μια κατεστημένη πραγματικότητα που λανθασμένα αντιμετωπίζεται σαν να είναι «μηδενικού κόστους». Διότι όχι απλά τη σημερινή εξάρτηση από το κάρβουνο, το πετρέλαιο και το αέριο την πληρώναμε επί δεκαετίες πανάκριβα με επιδοτήσεις, αλλά επειδή η ανάγκη για απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα είναι υπαρξιακή ανάγκη για την ανθρωπότητα, τις κοινωνίες και τις οικονομίες. Η συνέχιση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα απαιτεί τεράστιους δημόσιους πόρους, εκθέτει τη χώρα σε γεωπολιτικούς κινδύνους και μεταφέρει διαρκώς το κόστος στους πολίτες μέσω φόρων, λογαριασμών ενέργειας και περιβαλλοντικών ζημιών.
Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν μπορούμε να αντέξουμε οικονομικά την πράσινη μετάβαση. Είναι αν μπορούμε να αντέξουμε το διαρκώς αυξανόμενο κόστος της καθυστέρησής της. Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, κάθε επιπλέον ευρώ που επενδύεται στη διαιώνιση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα είναι ένα ευρώ λιγότερο για την ενεργειακή αυτονομία, την ανθεκτικότητα της οικονομίας και την προστασία του κλίματος. Οι επιδοτήσεις στα ορυκτά καύσιμα δεν αποτελούν απλώς δημοσιονομική δαπάνη. Αποτελούν επένδυση στο παρελθόν, τη στιγμή που η χώρα καλείται να χρηματοδοτήσει το μέλλον της.
Σκίτσο: Μάριος Βόντας
Περισσότερες πηγές:
- Ευρωπαϊκή Επιτροπή: Έκθεση χώρας 2026 – Ελλάδα. Σύσταση σχετικά με την οικονομική, κοινωνική, διαθρωτική και δημοσιονομική πολιτική και την πολιτική απασχόλησης της Ελλάδας.
- Ευρωπαϊκή Επιτροπή. (2026). Έκθεση σχετικά με τις επιδοτήσεις στον τομέα της ενέργειας στην ΕΕ. https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/HTML/?uri=CELEX:52026DC0472
- Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος. (2025). Fossil fuel subsidies in Europe. https://www.eea.europa.eu/en/analysis/indicators/fossil-fuel-subsidies
- Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης: Fossil Fuel Support – Detailed Indicators
- WWF: Ελληνικές επιδοτήσεις στα ορυκτά καύσιμα (2018)




