Δεν είναι λίγοι αυτοί που παρακολουθούν την τιμή χονδρικής στο Χρηματιστήριο Ενέργειας κάποιες συγκεκριμένες ώρες της ημέρας, τη συγκρίνουν με την χρέωση στον λογαριασμό τους και οδηγούνται σε εύκολα συμπεράσματα, κατάρες για υπερκέρδη και απλοποιημένες συλλογιστικές.
Πολλές φορές ταυτίζουν το «κόστος του ρεύματος» για τον προμηθευτή τους με την τιμή χονδρικής, δηλαδή με το κόστος παραγωγής που καθορίζεται κάθε ώρα από το ακριβότερο καύσιμο. Αυτό όμως δείχνει μόνο ένα μέρος της αλήθειας. Το πραγματικό κόστος συμπεριλαμβάνει και την ισχύ που πρέπει να είναι διαθέσιμη για τις αιχμές ζήτησης, τα δίκτυα μεταφοράς και διανομής, την παραγωγή και τις επενδύσεις που έχουν γίνει, τις απώλειες, τη μέτρηση ακόμη και την εξυπηρέτηση πελατών. Όλα αυτά κοστίζουν, ανεξάρτητα από το πόσο χαμηλή ή υψηλή είναι η τιμή χονδρικής μια συγκεκριμένη ώρα.
Η αντιμετώπιση αυτής της διαρθρωτικής ευπάθειας δεν περνά από τη διατήρηση της εξάρτησης από το ορυκτό αέριο, αλλά από την προσήλωση στη στήριξη της ενεργειακής μετάβασης. Η μεγαλύτερη διείσδυση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, σε συνδυασμό με αποθήκευση, ευέλικτη ζήτηση, ισχυρότερα δίκτυα και διασυνδέσεις, αποτελεί τον μόνο μακροπρόθεσμα βιώσιμο δρόμο για τη μείωση του κόστους, της ενεργειακής εξάρτησης και της έκθεσης της Ευρώπης στις διεθνείς διακυμάνσεις των αγορών ορυκτών καυσίμων.
Η σημαντική διάκριση είναι ανάμεσα στο κόστος διαθεσιμότητας και στο μεταβαλλόμενο κόστος παραγωγής. Το πρώτο αφορά τις επενδύσεις που εξασφαλίζουν ότι το σύστημα θα καλύπτει τη ζήτηση ανά πάσα στιγμή —δίκτυα, εφεδρική ισχύ, υποδομές— και αντιστοιχεί στο μεγαλύτερο μέρος του μακροπρόθεσμου κόστους. Το δεύτερο κυριαρχεί στις ειδήσεις γιατί είναι το πιο ορατό, αλλά μάλλον δεν είναι το μεγαλύτερο κομμάτι της «πίτας». Όταν η συζήτηση μένει μόνο στην τιμή χονδρικής, ξεχνάμε ότι ένα μεγάλο και αυξανόμενο μέρος του λογαριασμού πάει στην υποδομή που κρατά το σύστημα ¨όρθιο¨.
Το πρόβλημα που δεν βλέπουμε
Από το 2021 η ζήτηση ηλεκτρισμού στην Ευρώπη δεν αυξήθηκε· μειώθηκε. Μετά την πανδημία ιδίως, το 2023 ήταν 6,4% χαμηλότερη από το 2021, λόγω της ενεργειακής κρίσης και της πτώσης της βιομηχανικής κατανάλωσης. Την ίδια περίοδο οι ΑΠΕ επεκτάθηκαν ραγδαία: το 2023 κάλυψαν το 44% της ηλεκτροπαραγωγής της ΕΕ, με αιολικά και φωτοβολταϊκά στο 27% του μείγματος, ενώ προστέθηκαν 73 GW νέας ισχύος μέσα σε έναν χρόνο. Στην Ελλάδα το 2024 η χώρα έγινε καθαρός εξαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας, με τις ΑΠΕ να καλύπτουν πάνω από το μισό της ζήτησης. Έχουμε δηλαδή λιγότερη ζήτηση και πολύ περισσότερη φθηνή πράσινη παραγωγή. Γιατί λοιπόν οι τιμές παραμένουν υψηλές;
Εδώ είναι το σημείο που η απλή λογική διαφωνεί με την αγορά — γιατί, όσο κι αν φαίνεται παράλογο, το σύστημα δεν λειτουργεί όπως το φαντάζεται ο μέσος καταναλωτής. Η απάντηση είναι ο τρόπος λειτουργίας της αγοράς. Οι μονάδες μπαίνουν στο σύστημα με σειρά κόστους, και η τελευταία που χρειάζεται καθορίζει την τιμή για όλους. Το αέριο παράγει μόλις 18-20% του ρεύματος στην ΕΕ, αλλά είναι σχεδόν πάντα αυτό που «κλείνει» το σύστημα στις αιχμές —περίπου 300 έως 1.500 ώρες τον χρόνο— και έτσι καθορίζει δυσανάλογα την τιμή. Το αέριο παραμένει ακριβό μετά το 2022 όχι προσωρινά αλλά διαρθρωτικά: το ρωσικό αγωγιαίο αέριο έπεσε από 45% των εισαγωγών το 2021 σε 12% το 2025, και τη θέση του πήρε κυρίως το LNG (45-48% των εισαγωγών), με τις ΗΠΑ ως τον μεγαλύτερο προμηθευτή. Η μετατόπιση αυτή δεν ήρθε χωρίς κόστος: η Ευρώπη εξαρτάται πλέον από μια παγκόσμια αγορά LNG που κινείται με τους δικούς της κανόνες — τον ανταγωνισμό με την Ασία, τους γεωπολιτικούς κινδύνους, τους περιορισμούς υποδομών
Και εδώ αρχίζουν να ακούγονται κάποια κλασικά ευκαιριακά ¨αντίδοτα¨ όπως μείωση ΦΠΑ, συγκυριακές επιδοτήσεις, επιδοτήσεις αερίου, διαφοροποιημένα τιμολόγια. Μπορεί να ανακουφίζουν συγκυριακά τον καταναλωτή, αλλά δεν αγγίζουν καν τα δομικά αίτια, δεν αλλάζουν τη λειτουργία της αγοράς, δεν μειώνουν την εξάρτηση από το εισαγόμενο αέριο. Στην καλύτερη περίπτωση, χαρίζουν λίγη ανάσα σήμερα, χωρίς να λύνουν τίποτα για αύριο
Οι προκλήσεις που έρχονται
Το πρόβλημα θα μεγαλώσει, γιατί ο ηλεκτρισμός θα καλύπτει ολοένα μεγαλύτερο μέρος της ενεργειακής κατανάλωσης. Σήμερα είναι στο 23% της τελικής κατανάλωσης της ΕΕ· ο στόχος είναι 35% έως το 2030 και 61% έως το 2050, καθώς εξηλεκτρίζονται σταδιακά θέρμανση, μεταφορές και βιομηχανία. Αυτό απαιτεί μεγάλες επενδύσεις, ενώ ένα στα τρία δίκτυα διανομής στην ΕΕ είναι ήδη πάνω από 40 ετών.
Προκύπτουν τρεις νέες πηγές κόστους. Πρώτον, χρειάζεται σταθερή ισχύς —μπαταρίες, αντλησιοταμίευση, εφεδρικές μονάδες— για να εξισορροπεί τη μεταβλητότητα των ΑΠΕ. Δεύτερον, χρειάζεται ενίσχυση των δικτύων, όπως έδειξε και το μπλακ-άουτ στην Ιβηρική τον Απρίλιο του 2025: η αιτία δεν ήταν η «υπερβολική» παραγωγή ΑΠΕ, αλλά η απώλεια 2,5 GW μέσα σε ένα λεπτό και η καθυστέρηση ωρών στην ενεργοποίηση εφεδρειών, αντί για δευτερόλεπτα. Όσο τα δίκτυα γίνονται πιο σύνθετα, τόσο πιο αναγκαία είναι η ενίσχυσή τους και η αποθήκευση ενέργειας με αξιοποίηση πολλαπλών τεχνολογιών. Ας μην ξεχνάμε και την ανάγκη θωράκισής τους από νέου τύπου υβριδικές απειλές, από ιούς και drones. Τρίτον, χρειάζεται ισχυρότερη διασύνδεση μεταξύ χωρών, ώστε να μοιράζονται εφεδρείες και να απορροφούν τοπικά προβλήματα, ακριβώς αυτό που έλειψε στην Ιβηρική.
Συμπερασματικά, όποιος ψάχνει το κόστος του ρεύματος μόνο στην τιμή χονδρεμπορικής μιας δεδομένης ώρας κοιτάζει στο λάθος σημείο. Το πραγματικό κόστος και οι πραγματικές λύσεις βρίσκονται στις επενδύσεις που θα στηρίξουν τον εξηλεκτρισμό της οικονομίας: δίκτυα, αποθήκευση, ευέλικτους πόρους, διασυνδέσεις και ψηφιακές υποδομές. Η πρόκληση δεν είναι να διατηρήσουμε ένα σύστημα εξαρτημένο από ορυκτά καύσιμα, αλλά να ολοκληρώσουμε γρηγορότερα τη μετάβαση σε ένα ενεργειακό σύστημα βασισμένο στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Όσο η Ευρώπη και η Ελλάδα παραμένουν εκτεθειμένες στις διεθνείς αγορές ορυκτού αερίου, οι καταναλωτές θα συνεχίσουν να πληρώνουν το κόστος των γεωπολιτικών κρίσεων και της μεταβλητότητας των τιμών. Η σταδιακή απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και η ανάπτυξη των ΑΠΕ, της αποθήκευσης και των δικτύων δεν είναι μόνο κλιματική αναγκαιότητα. Είναι προϋπόθεση οικονομικής ανταγωνιστικότητας, ενεργειακής ασφάλειας και σταθερότερων τιμών ηλεκτρικής ενέργειας στο μέλλον.
Φωτογραφία: Ernest Brillo on Unsplash




