Νέα έκθεση του Περιβαλλοντικού Προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών (UNEP) για τη δημοσιοποίηση δεδομένων από πετρελαϊκές επιχειρήσεις – Ο ΔΕΣΦΑ ανάμεσα στις εταιρείες που δημοσιοποιούν δεδομένα για 5η χρονιά.
Το πρόβλημα των εκπομπών μεθανίου από τη βιομηχανία πετρελαίου και αερίου γίνεται ολοένα πιο μετρήσιμο, ενώ οι τεχνολογίες για τον περιορισμό τους ήδη υπάρχουν. Αυτό προκύπτει από την πρόσφατη έκθεση «Oil and Gas Methane Partnership 2.0 — 2026: From Measurement to Mitigation, Better Methane Data Is Enabling Action» του Προγράμματος Περιβάλλοντος των Ηνωμένων Εθνών (UNEP). Ωστόσο, η έκθεση του Προγράμματος Περιβάλλοντος των Ηνωμένων Εθνών (UNEP) για το 2026 αναδεικνύει ένα κρίσιμο κενό: ενώ οι συμμετέχουσες εταιρείες βελτιώνουν την παρακολούθηση και την υποβολή στοιχείων, πάνω από το ήμισυ της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου και αερίου εξακολουθεί να βρίσκεται εκτός ενός αξιόπιστου συστήματος μέτρησης των εκπομπών μεθανίου.
Η πρόκληση, επομένως, δεν είναι πλέον μόνο τεχνική. Η πρόκληση είναι κυρίως περιβαλλοντική και κοινωνική: πώς η μεγαλύτερη διαφάνεια και λογοδοσία των βιομηχανιών ορυκτών καυσίμων που μετέχουν στην Oil and Gas Methane Partnership 2.0 μπορεί να μετατραπεί σε πραγματική και διαρκή μείωση των εκπομπών και κατά συνέπεια σε μετριασμό των κοινωνικών και οικονομικών επιπτώσεων;
Στην Oil and Gas Methane Partnership 2.0 (OGMP 2.0) συμμετέχουν 163 εταιρείες από 90 χώρες – οι ελληνικές επιχειρήσεις που συμμετέχουν είναι ο ΔΕΣΦΑ και η ΕΝΑΟΝ. Συνολικά, η πρωτοβουλία καλύπτει πλέον το 43% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου και αερίου, προσφέροντας μια σημαντική βάση για τη βελτίωση της καταγραφής των εκπομπών. Ωστόσο, το υπόλοιπο 57% βρίσκεται εκτός αυτού του πλαισίου δημόσιας λογοδοσίας για τις εκπομπές. Τα κενά στη συμμετοχή των εταιρειών δυσχεραίνουν τη συγκρίσιμη αξιολόγηση των προμηθευτών από τις ρυθμιστικές αρχές, τους επενδυτές και τους αγοραστές ενέργειας.
Η παραγωγή αποτελεί την κυριότερη πηγή των εκπομπών μεθανίου που καταγράφονται: το 62% προέρχεται από χερσαίες δραστηριότητες και το 20% από υπεράκτιες εγκαταστάσεις. Το υπόλοιπο 18% αφορά άλλους τύπους εγκαταστάσεων σε όλη την αλυσίδα αξίας της βιομηχανίας υδρογονανθράκων.
Στα συστήματα μεταφοράς και στις δραστηριότητες υγροποιημένου αερίου (LNG), σημαντικές πηγές εκπομπών περιλαμβάνουν τις διαρροές από αγωγούς, τις δυσλειτουργίες εξοπλισμού και τις διαδικασίες λειτουργίας. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία και για τις χώρες που εισάγουν LNG: οι εκπομπές δεν περιορίζονται στο σημείο εξόρυξης (upstream), αλλά μπορεί να προκύπτουν κατά την επεξεργασία, την υγροποίηση, τη μεταφορά με πλοία, την επαναεριοποίηση και τη μεταφορά μέσω αγωγών.
Η σωστή μέτρηση αποκαλύπτει εκπομπές που προηγουμένως δεν καταγράφονταν
Ένα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα της έκθεσης είναι ότι η βελτίωση των μετρήσεων δεν οδηγεί πάντοτε σε χαμηλότερες αναφερόμενες εκπομπές. Κατά τον κύκλο αναφοράς του 2025, οι εγκαταστάσεις που εφαρμόζουν μετρήσεις επιπέδου 5 κάλυπταν πάνω από το 16% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου και αερίου — ποσοστό υπερδιπλάσιο από εκείνο του προηγούμενου έτους. Το επίπεδο 5 συνδυάζει λεπτομερή καταγραφή των πηγών εκπομπών με μετρήσεις σε επίπεδο εγκατάστασης και συμφωνία των αποτελεσμάτων μεταξύ των διαφορετικών μεθόδων.
Αυτό αποτελεί ένδειξη βελτιωμένης καταγραφής και όχι απόδειξη ότι οι εκπομπές αυξήθηκαν ξαφνικά σε ολόκληρο τον κλάδο. Η ακριβέστερη μέτρηση επιτρέπει τον εντοπισμό των σημείων όπου οι παρεμβάσεις μπορούν να αποφέρουν σημαντικότερη μείωση εκπομπών.
Άβολη πολιτική συγκυρία: ενώ μεγάλες πετρελαϊκές δεσμεύονται για μειώσεις, η ΕΕ δέχεται πίεση για καθυστέρηση της νομοθεσίας για τις εκπομπές μεθανίου
Η έκθεση UNEP OGMP 2.0 2026 ακυρώνει ουσιαστικά το επιχείρημα που προωθεί η βιομηχανία ορυκτών καυσίμων ότι η εφαρμογή του κανονισμού της ΕΕ για το μεθάνιο θα πρέπει να καθυστερήσει επειδή οι εταιρείες «δεν μπορούν να συμμορφωθούν». Η έκθεση δείχνει ότι ένα μεγάλο και διαρκώς αυξανόμενο τμήμα της παγκόσμιας βιομηχανίας πετρελαίου και αερίου εφαρμόζει ήδη τα θεμειώδη στοιχεία που απαιτεί ο ευρωπαϊκός κανονισμός: ποσοτικοποίηση των εκπομπών μεθανίου βάσει μετρήσεων, αναφορά εκπομπών σε επίπεδο πηγής, ανεξάρτητη διασφάλιση ποιότητας και σχεδιασμό μέτρων μετριασμού. Τα δεδομένα του OGMP δείχνουν ότι πολλές εταιρείες το κάνουν ήδη, και μάλιστα σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό της παγκόσμιας παραγωγής.
Η έκθεση ενισχύει επίσης μια θεμελιώδη αρχή του κανονισμού της ΕΕ για το μεθάνιο: η καλύτερη μέτρηση οδηγεί σε αποτελεσματικότερη μείωση των εκπομπών. Το UNEP περιγράφει ρητά αυτή τη μετάβαση ως μετάβαση «από τη μέτρηση στον μετριασμό» (from measurement to mitigation), υποστηρίζοντας ότι οι εταιρείες χρησιμοποιούν τα βελτιωμένα δεδομένα για να εντοπίζουν τις σημαντικότερες πηγές εκπομπών και να δίνουν προτεραιότητα σε επισκευές, αναβαθμίσεις εξοπλισμού και επιχειρησιακές αλλαγές. Αυτό συνάδει πλήρως με τη λογική του ευρωπαϊκού κανονισμού, ο οποίος δεν αποσκοπεί απλώς στη συλλογή δεδομένων αλλά στην ανίχνευση διαρροών και τη μείωση των απωλειών αερίου και των εκπομπών μεθανίου.
Το πλαίσιο του OGMP 2.0 είναι εθελοντικό, ενώ και οι μετρήσεις των εκπομπών εξαρτώνται από τις δηλώσεις της ίδιας της βιομηχανίας που ευθύνεται για αυτές. Εδώ έρχεται η ανάγκη για νομοθετικό πλαίσιο που δεσμεύει τις βιομηχανίες σε ενιαίο τρόπο μέτρησης εκπομπών με ανεξάρτητη και επιστημονικά ενδεδειγμένη και έγκριτη μεθοδολογία μέτρησης και επαλήθευσης των μετρήσεων. Αυτή είναι και η σημαντικότερη συμβολή του κανονισμού 2024/1787 της ΕΕ, ο οποίος είναι νομικά δεσμευτικός και αφορά και στους εισαγωγείς αερίου, πετρελαίου και άνθρακα που προμηθεύουν την ευρωπαϊκή αγορά: η δημιουργία ίσων όρων ανταγωνισμού στον τομέα του πετρελαίου και του αερίου.
Η έκθεση UNEP OGMP 2.0 2026 παρέχει ισχυρές ενδείξεις ότι η αναφορά των εκπομπών μεθανίου βάσει πραγματικών μετρήσεων δεν αποτελεί πλέον μια πειραματική πρακτική, αλλά ένα καθιερωμένο βιομηχανικό πρότυπο που χρησιμοποιείται από εταιρείες οι οποίες αντιπροσωπεύουν σημαντικό μερίδιο της παγκόσμιας παραγωγής. Συνεπώς, η συζήτηση αφορά λιγότερο τη δυνατότητα συμμόρφωσης και περισσότερο την ταχύτητα με την οποία οι εταιρείες που υστερούν θα υποχρεωθούν να προσαρμοστούν.
Η μεγάλη πρόκληση είναι πλέον η επέκταση αυτών των λύσεων σε ολόκληρο τον κλάδο, με κανόνες που διασφαλίζουν διαφάνεια και λογοδοσία. Η πρόοδος δεν αρκεί να βασίζεται στο πόσες εταιρείες υπόσχονται να περιορίσουν το μεθάνιο ή να δηλώσουν καλύτερα τις εκπομπές τους, αλλά από το πόσο μειώνονται πραγματικά οι εκπομπές τους.




